πυγαίος

πυγαίος
αία, ο[ν] 1. задний, хвостовой;
2. (τό ) спец. казённая часть

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "πυγαίος" в других словарях:

  • πυγαίος — α, ο / πυγαῑος, αία, ον, ΝΑ 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην πυγή, στην ουρά, ουραίος, οπίσθιος («τῶν πτερύγων καὶ τοῡ πυγαίου ἄκρου», Ηρόδ.) 2. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα πυγαία βάση κίονα, βάθρο στύλου ή στήλης νεοελλ. το ουδ. εν. ως ουσ.… …   Dictionary of Greek

  • πυγαῖος — πῡγαῖος , πυγαῖος of masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πυγαῖον — neut nom/voc/acc sg πῡγαῖον , πυγαῖος of masc acc sg πῡγαῖον , πυγαῖος of neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πυγλίον — τὸ, Α μέρος τού ακινάκη, του ξίφους. [ΕΤΥΜΟΛ. Πιθ. αντί τής λ. πυγαῖον (< πυγαῖος < πυγή)] …   Dictionary of Greek

  • πυγαῖα — πυγαῖον neut nom/voc/acc pl πῡγαῖα , πυγαῖος of neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πυγαίοις — πυγαῖον neut dat pl πῡγαί̱οις , πυγαῖος of masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πυγαίου — πυγαῖον neut gen sg πῡγαί̱ου , πυγαῖος of masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πυγαίῳ — πυγαῖον neut dat sg πῡγαί̱ῳ , πυγαῖος of masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»